*Ο Ζουσέπ Μποΐγας είναι γενικός διευθυντής του Οργανισμού Αστικής  Ανάπτυξης της Βαρκελώνης και του Οργανισμού Αστικής Οικολογίας της Βαρκελώνης.

Για τους περισσότερους Ευρωπαίους η Βαρκελώνη είναι, όχι άδικα, μια από τις ομορφότερες, αν όχι η ομορφότερη ευρωπαϊκή μεγαλούπολη. Πίσω όμως από την εντυπωσιακή όψη της κρύβεται πλέον μια δύσκολη για τους κατοίκους της πραγματικότητα. Ο υπερτουρισμός και η μετατροπή των κτιρίων της σε «επενδυτικό αγαθό» έχει δημιουργήσει τεράστιο πρόβλημα στην εξεύρεση κατοικίας, το οποίο οδηγεί σε κοινωνικές συγκρούσεις. 

Η Βαρκελώνη όμως ξέρει να επινοεί και πάλι τον εαυτό της. Και βρίσκεται ξανά στην πρωτοπορία των μητροπόλεων που παίρνουν μέτρα κατά των υπερβολικών βραχυχρόνιων μισθώσεων και των ξενοδοχείων, υπέρ της κοινωνικής κατοικίας, υπέρ της δημιουργίας δημόσιων χώρων εις βάρος του αυτοκινήτου.

--------------------------------------------------------------------------------------------

"Στον σχεδιασμό πρέπει να περάσουμε από την εποχή της βιωσιμότητας στην εποχή της ανθεκτικότητας"

--------------------------------------------------------------------------------------------

Ο Ζουσέπ Μποΐγας (Josep Bohigas), γενικός διευθυντής του Οργανισμού Αστικής Ανάπτυξης της Βαρκελώνης και του Οργανισμού Αστικής Οικολογίας της Βαρκελώνης, βρέθηκε πριν από λίγες ημέρες στην Ελλάδα, καλεσμένος του Ιδρύματος Schwarz, και έδωσε μια διάλεξη στο ΕΜΠ καταρρίπτοντας τους μύθους και αναλύοντας τις λύσεις που ήδη εφαρμόζονται. Αρχιτέκτονας και πολεοδόμος, γιος του θρυλικού αρχιτέκτονα που «μεταμόρφωσε» τη Βαρκελώνη, Οριόλ Μποΐγας, είναι από τους ανθρώπους που δεν τρέφουν ψευδαισθήσεις. 

Στη συνέντευξή του στην «Κ» παρουσιάζει την πραγματικότητα της Βαρκελώνης και τα κοινά προβλήματα των ευρωπαϊκών πόλεων, εξηγεί το πώς η αστική διακυβέρνηση πρέπει να θέτει σε πρώτη προτεραιότητα το συμφέρον του κατοίκου. Και εξομολογείται τι του έκανε εντύπωση στην Αθήνα και τι θα πρότεινε στον δήμαρχό της.

 

– Η Βαρκελώνη είναι στα μάτια μας το παράδειγμα της πόλης που κατάφερε να εκμεταλλευτεί τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1992 για να επανεφεύρει τον εαυτό της και να «μπει στον χάρτη» ως παγκόσμιος προορισμός. Πόσο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αυτή η θεώρηση;

– Oταν έπεσε η δικτατορία και επανήλθε η δημοκρατία, η πόλη δεν είχε δημόσιους χώρους (υπήρχαν, αλλά μόνο για να τους διασχίσεις, καθώς οι συγκεντρώσεις απαγορεύονταν), δεν είχε αστικό αφήγημα, ήταν σαν να μην υπήρχαμε. Oλη η προσπάθεια λοιπόν τη μεταδικτατορική περίοδο εστιάστηκε στους δημόσιους χώρους, να φτιάξουμε τη δική μας «Αγορά» για να λειτουργήσει η δημοκρατία. Ανακαλύψαμε και πάλι το κέντρο της πόλης, αναδείξαμε τα μνημεία, δημιουργήσαμε δημόσιους χώρους εκεί όπου δεν υπήρχαν. Αυτές οι στρατηγικές μεγεθύνθηκαν κατά την προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων του 1992. Επελέγησαν τέσσερις περιοχές, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν για να μεταμορφωθεί όλη η πόλη, να ανοίξει προς τη θάλασσα, και τα δύο βουνά που την περιβάλλουν. Oταν ήρθαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες, όλοι ήμασταν πολύ υπερήφανοι με το αποτέλεσμα. Στην τελετή έναρξης η Βαρκελώνη είπε «Hola» στον πλανήτη, κίνησε την περιέργεια των ανθρώπων που επιδίωξαν να την επισκεφθούν, όλοι άρχισαν να μιλούν για το «μοντέλο της Βαρκελώνης». 

Στη συνέχεια όμως η ιστορία άλλαξε πορεία.

– Τι συνέβη;

– Oλα ήταν πολύ καλά σχεδιασμένα και τα περισσότερα ολυμπιακά έργα έγιναν κομμάτι της ζωής της πόλης. Μετά τους Αγώνες ξεκίνησε μια διαφορετική συζήτηση. Πολιτικοί και αρχιτέκτονες έλεγαν ότι χρειαζόμαστε μεγαλύτερο διεθνές αεροδρόμιο, περισσότερα ξενοδοχεία, περισσότερους επενδυτές για να συνεχίσουμε να αναπτυσσόμαστε. Επειδή δεν υπήρχαν ανάλογοι πόροι, η πόλη ξεκίνησε να πουλά στον ιδιωτικό τομέα όλα αυτά που δημιουργήθηκαν. Πουλήσαμε την επιτυχία μας σε όποιον είχε χρήματα. Δόθηκαν εξαιρέσεις σε διάσημους αρχιτέκτονες που έχτισαν μεγάλα κτίρια. Δημιουργήθηκαν εμπορικά κέντρα και κτίρια κατοικιών που δεν είχαν καμία σχέση με το παρελθόν. Αρχίσαμε να «χάνουμε» μεγάλα κομμάτια της πόλης: οι κάτοικοι της Βαρκελώνης αποφεύγουν πλέον τη Ράμπλα, έναν από τους ωραιότερους πεζοδρόμους, γιατί δεν μπορείς πια να περπατήσεις. Η Μπαρτσελονέτα εξευγενίστηκε, το λιμάνι μας πωλήθηκε σε Ρώσους, το τεράστιο κύμα επενδύσεων άρχισε να διώχνει τους ανθρώπους από την πόλη τους. Νομίζαμε ότι αν ήμασταν διάσημοι σε όλο τον κόσμο, θα είχαμε μια υπέροχη ζωή. 

Oμως αυτό δεν συνέβη. Αντ’ αυτού μετατραπήκαμε σε σκηνικό για επενδύσεις.

– Αυτό είναι ένα σημαντικό πρόβλημα για πολλές μητροπόλεις.

– Σωστά. Αν έχετε δει, πίσω από την Tate Modern στο Λονδίνο υπάρχουν πέντε κτίρια κατοικιών. Είναι επιπλωμένα αλλά άδεια. Eχουν μετατραπεί σε επενδυτικό αγαθό, αλλάζουν συνεχώς ιδιοκτήτες χωρίς να έχουν ποτέ ενοίκους. Το ίδιο συμβαίνει και γύρω από το Σέντραλ Παρκ στη Νέα Υόρκη ή σε τμήματα της Βαρκελώνης. Είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Εχει αναπτυχθεί μια «σκοτεινή» αγορά (dark market) του real estate, η οποία πουλά και αγοράζει σπίτια για επενδυτές, που είχαν τα χρήματά τους στους παλαιούς φορολογικούς παραδείσους και δεν έχουν καν ιδέα πού βρίσκονται τα κτίρια που αγοράζουν. Η δήμαρχος της Βαρκελώνης πήγε πρόσφατα μαζί με τους δημάρχους του Παρισίου και του Λονδίνου στα Ηνωμένα Εθνη και μίλησαν για το φαινόμενο αυτό, αναζητούν συλλογικούς τρόπους αντίδρασης.

Η προστασία της κατοικίας είναι θεμελιώδης για μια πόλη. Η δήμαρχος Βαρκελώνης προέρχεται από τα κινήματα κατά των εξώσεων – ενδεικτικό της αντί- δρασης που υπάρχει.

– Ξαφνικά το ζήτημα της κατοικίας απασχολεί όλη την Ευρώπη. Επαιξε ρόλο η πανδημία;

– Ναι, γιατί τα κτίρια γραφείων δεν είναι πλέον τόσο ελκυστικά για τους επενδυτές. Η αγορά του real estate έχει στραφεί στην κατοικία.

– Ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτή τη στιγμή στη Βαρκελώνη;

– Οταν στις δεκαετίες του ’80 και ’90 επενδύαμε στους δημόσιους χώρους, ελπίζαμε σε αυτό που κάποιοι ονομάζουν «θετική μετάσταση». Οτι μόλις οι άνθρωποι βρεθούν σε έναν όμορφο δημόσιο χώρο θα αρχίσουν να προσέχουν τα κτίρια γύρω τους. Αρχικά θα θέλουν να φροντίσουν τις προσόψεις και μετά το εσωτερικό τους. Δυστυχώς φτάσαμε μόνο μέχρι τις προσόψεις. Θα χαριτολογήσω για να σας το εξηγήσω: αν η πόλη μας ήταν μια παέγια, εμείς ασχολούμασταν μόνο με τις γαρίδες ή το κρέας, αλλά όχι με το ρύζι, που είναι η βάση του φαγητού. 

Στο εσωτερικό των κτιρίων μας υπάρχει ένα κρυμμένο πρόβλημα: η ποιότητα των κατοικιών και το υψηλό κόστος τους, η έλλειψη προσβάσιμης οικονομικά στέγης. Η προστασία της κατοικίας είναι θεμελιώδης για μια πόλη. Η δήμαρχός μας (σ.σ. Αδα Κολάου), εξάλλου, προέρχεται από τα ακτιβιστικά κινήματα κατά των εξώσεων, αυτό είναι ενδεικτικό της αντίδρασης που υπάρχει λόγω της έκτασης του προβλήματος.

– Πώς προσπαθεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα η Βαρκελώνη;

– Διαμορφώσαμε μια στρατηγική η οποία έχει στο επίκεντρό της τον κάτοικο της πόλης και έχει πολλά επίπεδα, όπως την υγεία, την κατοικία, την εργασία. Η πρώτη μας κίνηση ως Οργανισμός Αστικής Ανάπτυξης της Βαρκελώνης ήταν να καταλάβουμε τι συνέβαινε: πόσα άδεια διαμερίσματα υπάρχουν στην πόλη, πόσο δύσκολο ήταν για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού να αντεπεξέλθει στα επίπεδα των ενοικίων. 

Δημιουργήσαμε ένα παρατηρητήριο που μας επέτρεψε να ποσοτικοποιήσουμε το πρόβλημα, πράγμα απαραίτητο για να λάβεις μέτρα. Στη συνέχεια ήρθαν οι νέες πολιτικές.

– Σε ποια κατεύθυνση;

– Τα στοιχεία μάς έδειξαν ότι το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται με μία λύση, οπότε δημιουργήσαμε διαφορετικά προγράμματα. Για παράδειγμα, για την τουριστικοποίηση θεσπίσαμε το «ειδικό σχέδιο για τη φιλοξενία τουριστών», το οποίο ρυθμίζει το Airbnb και τα ξενοδοχεία. Πρέπει να υπάρχει έλεγχος – περπατούσα εδώ στην Αθήνα, στην Ομόνοια, και έμαθα ότι χτίζονται ή σχεδιάζονται 40 ξενοδοχεία. Αυτό είναι μια τρέλα! Ενα άλλο βήμα είναι ο έλεγχος των τιμών των ενοικίων. Δημιουργήσαμε μια πλατφόρμα για να βοηθήσουμε το κράτος να τροποποιήσει τη νομοθεσία, ώστε να σταματήσουμε τα εξωφρενικά ενοίκια. Βοηθήσαμε να θεσπιστεί ο «νόμος του 30%»: υποχρεώνουμε όποιον αποκαθιστά ένα ολόκληρο κτίριο να δίνει το 30% του κτιρίου για οικονομικά προσιτή κατοικία. Στραφήκαμε κατά των εταιρειών που συγκέντρωναν διαμερίσματα και τα κρατούσαν κενά περιμένοντας άνοδο τιμών. Φυσικά, δίπλα σε όλα αυτά υπάρχει το πρόγραμμα κατασκευής νέων κοινωνικών κατοικιών του δήμου, καθώς και η αγορά από τον δήμο παλαιών κτιρίων για τη μετατροπή τους σε κοινωνική κατοικία, ενώ βοηθάμε όσους έχουν χάσει το σπίτι τους λόγω έξωσης. Υπάρχουν και πολλές πρωτοβουλίες από κοινού με τον ιδιωτικό τομέα. Για παράδειγμα, η εταιρεία 3rd Sector αναλαμβάνει (με τη συναίνεση των ιδιοκτητών) το κόστος ανακαίνισης άδειων παλαιών διαμερισμάτων και ως αντάλλαγμα τα μισθώνει για πέντε έτη σε προσιτή τιμή.

Τα κέντρα των πόλεων χρειάζονται παιδιά, όχι μόνο ξενοδοχεία

Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στη βιομηχανία του τουρισμού να «καταλάβει» τις πόλεις μας, στα αυτοκίνητα να καταναλώνουν τον δημόσιο χώρο. Η Αθήνα χρειάζεται να λάβει άμεσα μέτρα, ιδίως για το θέμα της κατοικίας. Αυτό υποστηρίζει για την ελληνική πρωτεύουσα ο Ζουσέπ Μποΐγας, επισημαίνοντας ότι δύσκολα θα μπορούσαν να εφαρμοστούν εδώ τα περίφημα superblocks χωρίς να προηγηθεί αναδιάρθρωση των συγκοινωνιών.

– Πόσες φορές έχετε έρθει στην Ελλάδα; Πώς βλέπετε την Αθήνα ως πολεοδόμος;

– Η πρώτη μου φορά ήταν πριν από 15 χρόνια, για ένα αρχιτεκτονικό εργαστήριο στις Σπέτσες, μια ονειρεμένη εμπειρία. Εχω επισκεφθεί την Αθήνα ακόμα δύο φορές για να δώσω διαλέξεις. Δεν έχω βαθιά γνώση της πόλης, οπότε θα περιοριστώ στην αίσθησή μου. Η Αθήνα μού είναι οικεία. Σε κάθε γωνία αναγνωρίζω πράγματα που απασχολούν και εμάς στη Βαρκελώνη, όπως η πυκνότητα, οι συγκρούσεις των χρήσεων. Νομίζω ότι η Βαρκελώνη έχει πολύ καλύτερα οργανωμένες συγκοινωνίες. Ομως κι εμείς ήμασταν σε αυτή την κατάσταση όχι πολύ παλιά. Ισως εδώ η κυριαρχία του αυτοκινήτου είναι πιο εμφανής γιατί είναι συγκεντρωμένα πάρα πολλά οχήματα σε έναν μικρό χώρο. Παρατηρώ επίσης πλήθος τουριστικών υποδομών, αλλά όχι κατοικίες. Η Αθήνα είναι μια υπέροχη πόλη, αλλά μου δίνει την αίσθηση ότι κανείς δεν ζει μόνιμα στο κέντρο της.

– Τι θα προτείνατε στον δήμαρχο της Αθήνας;

– Να δράσει άμεσα για να σταματήσει η απομάκρυνση της κατοικίας από το κέντρο. Τα κέντρα των πόλεων χρειάζονται παιδιά, οικογένειες, όχι μόνο ξενοδοχεία και εστιατόρια. Ο τουρισμός δεν είναι «κακός», ούτε ο τουρίστας. Το πρόβλημα είναι η βιομηχανία του τουρισμού. Μετά τον κορωνοϊό, τώρα είμαστε αντιμέτωποι με μια νέα κρίση, την ενεργειακή. Ισως στα επόμενα χρόνια οι άνθρωποι να μην μπορούν να ταξιδεύουν όπως σήμερα. Αν η οικονομία μιας πόλης βασίζεται μόνο στον τουρισμό, το σοκ θα είναι καταστροφικό.

– Μιλήστε μας για τα super-blocks.

– Στη Βαρκελώνη τα αυτοκίνητα εξυπηρετούν το 30% των μετακινήσεων και καταλαμβάνουν το 70% των κοινόχρηστων χώρων. Αυτό είναι άδικο. Ξεκινήσαμε λοιπόν τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων, που ονομάζονται superblocks, στη συμβολή μεγάλων οδών. Είναι ένας εύκολος και ανέξοδος τρόπος να δημιουργήσεις νέους δημόσιους χώρους. Εχουν ήδη δημιουργηθεί τρεις πιλοτικά.

– Υπήρξαν αντιδράσεις;

– Η ιδέα είναι πολύ επαναστατική και είναι επόμενο να δημιουργούνται έντονα αισθήματα, υπέρ ή κατά. Ενα χρόνο μετά, όμως, κάθε γειτονιά θέλει να έχει το δικό της superblock γιατί τα οφέλη είναι άμεσα: μείωση της ρύπανσης του αέρα, της ηχορύπανσης, βελτίωση του μικροκλίματος, του αισθήματος ασφάλειας.

 – Θα μπορούσαμε να δούμε κάτι ανάλογο στην Αθήνα;

– Οσες ημέρες είμαι στην Αθήνα δεν είδα ποδήλατα, γονείς με καροτσάκια, ανθρώπους σε αμαξίδια. Δεν είμαι σίγουρος αν οι Αθηναίοι είναι έτοιμοι να περπατήσουν και οι συγκοινωνίες μπορούν να υποστηρίξουν μεγάλες πολεοδομικές παρεμβάσεις.

– Εκφράσατε την άποψη ότι μέσα στα επόμενα χρόνια η Βαρκελώνη θα πρέπει να «ξεχάσει» την αμμουδιά της και να σχεδιάσει διαφορετικά την ακτογραμμή. Για ποιο λόγο;

Στον σχεδιασμό πρέπει να περάσουμε από την εποχή της βιωσιμότητας στην εποχή της ανθεκτικότητας. Είναι ειρωνικό, αλλά κάποτε η Ισπανία, όπως και η Ελλάδα, διαφημιζόταν μέσα από το «θάλασσα – ήλιος – άμμος». Τώρα η θάλασσα παίρνει την άμμο και δεν θα έχουμε για πάντα λεφτά για να την επανατοποθετούμε κάθε χρόνο. Επίσης, θα πρέπει να δημιουργήσουμε περισσότερη σκιά λόγω της ανόδου της θερμοκρασίας. Να αποδεχθούμε ότι οι αλλαγές είναι εδώ και να επενδύσουμε στην εξεύρεση λύσεων.

Το μέλλον της Αθήνας

Την προηγούμενη εβδομάδα, το Πολυτεχνείο του Μονάχου TUM και το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, με την υποστήριξη του Ιδρύματος Schwarz, διοργάνωσαν στην Αθήνα ένα εργαστήριο με τη συμμετοχή 25 φοιτητών αρχιτεκτονικής και θέμα «Τα εσωτερικά αστικά τοπία της Αθήνας». Οι φοιτητές από τη Γερμανία, το Μετσόβιο και τα Πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης, Πάτρας και Κρήτης επισκέφθηκαν έξι επιλεγμένους χώρους, υπό την επίβλεψη δέκα καθηγητών. Ανάμεσα σε αυτές, η λεωφόρος Αλεξάνδρας, το κέντρο της Κυψέλης, ο σταθμός του ηλεκτρικού στον Ταύρο, η περιοχή του ΣΕΦ στον Πειραιά. Οι φοιτητές κλήθηκαν σε ένα «fast-track» σχεδιαστικό εγχείρημα, ξεκινώντας από την κατανόηση των τοπικών προκλήσεων και προβλημάτων, της προοπτικής και των δυνατοτήτων κάθε περιοχής. Και καταλήγοντας στην κατάθεση προτάσεων, στρατηγικών και οραμάτων. Η εβδομάδα ολοκληρώθηκε με την εκδήλωση «Athens’ Futures» στο ΕΜΠ, στην οποία κεντρικός ομιλητής ήταν ο Ζουσέπ Μποΐγας, με θέμα τις «αστικές στρατηγικές της Βαρκελώνης».

Ο Ζουσέπ Μποΐγας* σε συνέντευξη στο ΓΙΩΡΓΟ ΛΙΑΛΙΟ , ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 15-5-2022.

ΠΗΓΗ