Ένα από τα ζητήματα που απασχολεί τους τελευταίους μήνες την επικαιρότητα της πόλης αλλά και τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης είναι τα έργα (προσωρινά και μελλοντικά) ανάπλασης και αξιοποίησης της Πλατείας Ελευθερίας. Μετά από χρόνια αναμονής των κατοίκων για ένα έργο ανάπλασης που δεν προχώρησε ποτέ (παραμένοντας σε αδράνεια πίσω από λαμαρίνες), ο όλος σχεδιασμός και η διαδικασία λήψης αποφάσεων τέθηκαν υπό αμφισβήτηση και «αναθεώρηση».

 Συγκεκριμένα, η αξιοποίηση του χώρου επαναπροσδιορίστηκε βάσει της χρησιμότητας (οφέλους) που θα μπορούσε να επιτευχθεί από την προσφορά θέσεων στάθμευσης. Με αυτό το σκεπτικό, η δημοτική αρχή τόνισε την αναγκαιότητα μιας πολυεπίπεδης αξιοποίησης της Πλατείας Ελευθερίας με τη δημιουργία ενός υπόγειου parking (και ενός προσωρινού υπαίθριου χώρου στάθμευσης μέχρι την αποπεράτωση του έργου), σε μια πόλη που πραγματικά φαίνεται να ασφυκτιά από τα αυτοκίνητα που κινούνται και αναζητούν στάθμευση καθημερινά. 

Από την άλλη, ένας έντονος προβληματισμός έχει αναπτυχθεί ως προς το οικονομικό κόστος ενός τέτοιου έργου, τη βιωσιμότητα του ίδιου του έργου, τη συμβολή του υπόγειου parking στη βιώσιμη ανάπτυξη (και τη βιώσιμη κινητικότητα) της πόλης, καθώς και από την ενδεχόμενη χρονική καθυστέρηση υλοποίησης ενός ακόμα έργου στη Θεσσαλονίκη (με χαρακτηριστικό το παράδειγμα του μετρό). Ταυτόχρονα, έντονες αντιδράσεις προέκυψαν εξαιτίας της «προσωρινής» χρήσης του χώρου ως υπαίθριο parking, τόσο γιατί η περιοχή είναι χαρακτηρισμένη ως χώρος πρασίνου, όσο και γιατί αυτή η απόφαση θεωρήθηκε ότι προσβάλει (ξανά) την ιστορική μνήμη της Πλατείας Ελευθερίας. Για μια ακόμα φορά λοιπόν η πόλη φαίνεται να βιώνει μια διάσταση απόψεων (που μπορεί να χαρακτηριστεί ακόμα και ως σύγκρουση) για ζητήματα σχεδιασμού ελεύθερων χώρων και χώρων πρασίνου (όπως ακριβώς συμβαίνει και με το θέμα της ανάπλασης της ΔΕΘ). 

Σε μια πόλη που εμφανίζεται συχνά πολωμένη σε αντίπαλα στρατόπεδα, η καλύτερη λύση θα ήταν να ξεκινήσουμε να σκεφτόμαστε εφαρμογές συμμετοχικού σχεδιασμού που θα αμβλύνουν τις όποιες διαφορές και θα συμβάλλουν στο να καταστεί ο δημόσιος χώρος της πόλης ένας ζωντανός οργανισμός, έτσι ώστε να μη θεωρείται ότι αποτελεί ένα στατικό αντικείμενο προς εκμετάλλευση. Καθώς όμως κάτι τέτοιο δεν επιλέχθηκε να πραγματοποιηθεί στην περίπτωση της ανάπλασης της Πλατείας Ελευθερίας και καθώς οι συμμετοχικές πολιτικές και πρακτικές δεν έχουν μεγάλη παράδοση εφαρμογής στη Θεσσαλονίκη, μια  εφικτή εναλλακτική λύση θα ήταν να γίνει μια έρευνα (με τη μορφή μιας άτυπης δημόσιας διαβούλευσης) που θα απευθυνθεί στους κατοίκους της πόλης  με στόχους: (α) την καταγραφή και χαρτογράφηση των απόψεων και των προτιμήσεων των πολιτών για διάφορα ζητήματα που αφορούν άμεσα ή έμμεσα τον συγκεκριμένο χώρο (ζητήματα ελεύθερων χώρων και χώρων πρασίνου, στάθμευσης, συμβολής του δημόσιου χώρου στην εικόνα της πόλης, στην ποιότητα ζωής, στην ανάδειξη της ιστορικότητας του τόπου, κτλ.) καθώς και (β) την αξιολόγηση/επιλογή μεταξύ συγκεκριμένων σεναρίων/μελλοντικών παρεμβάσεων. Η έρευνα αυτή θα μπορούσε να προσφέρει μια μορφή διαλόγου μεταξύ πολιτών και πολιτείας, έστω και με μια μονόδρομη ροή επικοινωνίας από τους κατοίκους προς τα όργανα λήψης αποφάσεων (τον Δήμο Θεσσαλονίκης). 

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, αποφασίσαμε να διεξάγουμε μια ανεξάρτητη έρευνα γνώμης για την ανάπλαση της Πλατείας Ελευθερίας. Ένας φιλόδοξος στόχος της έρευνας αυτής ήταν να προκύψει ένα μεγάλο και αντιπροσωπευτικό δείγμα σε σύντομο χρονικό διάστημα ώστε να καταστεί εφικτό να εξαχθούν άμεσα αποτελέσματα που θα εξασφαλίζουν την αντιπροσωπευτική συμμετοχή των κατοίκων της πόλης και που θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μελλοντικές αποφάσεις σχεδιασμού. Η χρονική διάρκεια συγκέντρωσης απαντήσεων από τους κατοίκους της πόλης περιορίστηκε ακόμα περισσότερο από την έναρξη έργων ασφαλτόστρωσης στην Πλατεία Ελευθερίας, η οποία κρίθηκε ότι θα επηρέαζε σημαντικά τις απαντήσεις των κατοίκων.

 Η έρευνα πραγματοποιήθηκε διαδικτυακά στο διάστημα 16/12/21-22/12/21 από την ερευνητική μονάδα χωρικού σχεδιασμού και βιώσιμης ανάπτυξης (ΕΜΧΑ) του Τμήματος Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης (ΤΜΧΑ) του ΑΠΘ. Σε διάστημα μόλις μίας εβδομάδας συμμετείχαν 940 κάτοικοι του Πολεοδομικού Συγκροτήματος Θεσσαλονίκης, ηλικίας άνω των 17 ετών. Κατά την έρευνα αναζητήθηκαν καταρχάς χωρικά δεδομένα που αφορούσαν τη διεύθυνση κατοικίας και τη διεύθυνση εργασίας των συμμετεχόντων. Βάσει των δεδομένων αυτών διαπιστώθηκε ότι ένας στους τέσσερις κατοίκους του δείγματός μας (25%) είναι κάτοικος του ιστορικού κέντρου και περίπου ένας στους τρεις (35%) εργάζεται στην περιοχή αυτή. Από το δείγμα προέκυψε επίσης ότι σχεδόν ένας στους τρεις αναζητά στάθμευση εντός του ιστορικού κέντρου πάνω από μια φορά την εβδομάδα, ενώ ένας στους έξι (16%) αναζητά στάθμευση στην περιοχή αυτή καθημερινά. Η αναζήτηση θέσεων στάθμευσης συνδέεται με σημαντική απώλεια χρόνου, η οποία ωστόσο αναμένεται (από το 75% του δείγματός μας) να περιοριστεί σημαντικά μετά την έναρξη λειτουργίας του μετρό. Διερευνήσαμε επίσης το αν οι ερωτώμενοι έχουν χρησιμοποιήσει κατά το παρελθόν το υπαίθριο παρκινγκ της Πλατείας Ελευθερίας, με στόχο να εξεταστεί το κατά πόσο η προγενέστερη χρήση επηρεάζει και την προτίμησή τους ως προς τη μελλοντική δημιουργία υπόγειου parking. Διαπιστώθηκε λοιπόν ότι δύο στους τρεις συμμετέχοντες στην έρευνα έχουν κάνει χρήση του συγκεκριμένου χώρου στάθμευσης.

  Αναφορικά με τους χώρους πρασίνου, η μεγάλη πλειοψηφία των συμμετεχόντων (91%) φαίνεται να αξιολογεί κάτω του μετρίου (με βαθμό κάτω από το 5 σε μια κλίμακα από 1 έως 10) την ποιότητα και την επάρκεια των υφιστάμενων χώρων πρασίνου στο ιστορικό κέντρο (επιβεβαιώνοντας τα αποτελέσματα προηγούμενης έρευνάς μας), ενώ το 66% του δείγματος επισκέπτεται έναν χώρο πρασίνου τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί ότι το σύνολο των συμμετεχόντων έδωσε μια σαφώς χαμηλότερη μέση τιμή αξιολόγησης των υφιστάμενων χώρων πρασίνου στο ιστορικό κέντρο (2,1/10) σε σχέση με το υπόλοιπο πολεοδομικό συγκρότημα (3,1/10), ενώ η δημιουργία νέων χώρων πρασίνου θεωρήθηκε εξίσου σημαντική, με βαθμολογία 9,4/10 και για τις δύο χωρικές κλίμακες, φανερώνοντας έτσι την απόλυτη προτεραιότητα/ανάγκη που υπάρχει για τέτοιες παρεμβάσεις, τόσο σε επίπεδο πολεοδομικού συγκροτήματος, όσο και στην περιοχή του ιστορικού κέντρου.

ΠΗΓΗ