Με αφορμή τη συνεδρία της Τρίτης 11 Μαΐου στο 6th Delphi Economic Forum για το ΒΙΜ στην Ελλάδα, (BUILDING INFORMATION MODELING (BIM): REVOLUTIONIZING THE CONSTRUCTION INDUSTRY) και την ανακοίνωση του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών Κώστα Αχ. Καραμανλή, σχετικά με την εφαρμογή τού ΒΙΜ στην επέκταση της γραμμής 4 του Μετρό, είναι μια καλή ευκαιρία να κάνουμε μια περιεκτική εισαγωγή στο ψηφιακό αυτό «οικοσύστημα».

H επιλογή του όρου «οικοσύστημα» δεν είναι καθόλου τυχαία, καθώς επικρατεί μια σύγχυση περί του τι είναι το ΒΙΜ, όχι μόνον στην Ελλάδα, αλλά, ομολογουμένως, και διεθνώς. Καθώς, λοιπόν, αναφερόμαστε σε ένα οικοσύστημα, στο παρόν άρθρο το ΒΙΜ θα αναφέρεται ως γένους ουδέτερου (το) και όχι θηλυκού (η). Στο τέλος του άρθρου, ελπίζω να έχουν απαντηθεί κάποιες βασικές απορίες περί ΒΙΜ και για ποιον λόγο είναι τόσο σημαντική η υιοθέτηση αυτής της ψηφιακής διαδικασίας μελέτης, κατασκευής και λειτουργίας των έργων του δομημένου περιβάλλοντος.

Τι δεν είναι το ΒΙΜ (και τι, τελικά, είναι)!
Ξεκινώντας κάπως ανορθόδοξα, και για ξεδιαλύνουμε το τοπίο από την αρχή, θα ήταν χρήσιμο να διευκρινίσουμε τι δεν είναι το ΒΙΜ.

Το ΒΙΜ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ένα πρόγραμμα (software) τρισδιάστατου σχεδιασμού τεχνικών έργων.
Το BIM είναι μια διαδικασία κατά την οποία τα στοιχεία της μελέτης, της κατασκευής και της λειτουργίας ενός έργου του δομημένου περιβάλλοντος οργανώνονται και καταγράφονται ψηφιακά, ώστε να συγκροτήσουν μια «βάση δεδομένων» με απώτερο στόχο τον βέλτιστο σχεδιασμό, υλοποίηση και λειτουργία του έργου. Η ψηφιακή αυτή διαδικασία χρησιμοποιεί κάποια συγκεκριμένα εργαλεία καταγραφής (π.χ. υπολογιστικά φύλλα τύπου Excel, ή παρεμφερή) και ακολουθεί έναν συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης και κατηγοριοποίησης, ενώ επιχειρεί να τυποποιήσει τις διεργασίες και τα στοιχεία που απαιτούνται κατά την εκπόνηση ενός έργου, ώστε αφενός να μην παραλείπονται σημαντικές παράμετροι, αφετέρου το κάθε έργο να βελτιστοποιείται σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητές του.  

Αξίζει να σημειωθεί ότι παρότι η δημιουργία ενός οικοδομήματος ενέχει πάντοτε μια «ατομικότητα» και ιδιαίτερες απαιτήσεις, π.χ. κανένα κτήριο, γέφυρα, ή φράγμα δεν μπορεί να είναι απολύτως ίδιο με κάποιο αντίστοιχο, οι διαδικασίες που ακολουθούνται στην παραγωγή έργων είναι λίγο-πολύ όμοιες, αναλόγως πάντοτε της κατηγορίας και στόχου του έργου. Για τον λόγο αυτόν, το «πρόγραμμα εφαρμογής» του ΒΙΜ, το οποίο συντάσσεται πριν από κάθε έργο (BIM Execution Plan, ήτοι BEP), λαμβάνει υπόψη του μεν τις διαδικασίες αλλά προσαρμόζεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και ανάγκες του εκάστοτε έργου, ενώ φροντίζει να καθορίζει και να αναθέτει και τις ευθύνες κάθε συμμετέχοντα, ανά φάση του έργου.

Ο όρος ΒΙΜ είναι ακρωνύμιο των λέξεων «Building Information Modelling» ή, κατ’ άλλους, «Building Information Management». Στην Ελλάδα ο όρος έχει αποδοθεί ως «Μοντελοποίηση Κατασκευαστικών Πληροφοριών», όπως διαβάζουμε και στην ελληνική έκδοση του σχετικού εγχειριδίου της ΕΕ². Ο ελληνικός όρος ενδεχομένως ακούγεται ως πιο εύστοχος, καθώς το «building», εκτός από το απαρέμφατο του «build» (κτίζω), θα μπορούσε να εκληφθεί, γραμματικά, και ως ουσιαστικό (κτήριο). Αυτό έχει πυροδοτήσει σειρά άρθρων στον αγγλόφωνο τύπο, καθώς έχει θεωρηθεί ότι η ονομασία είναι προκατειλημμένη έναντι των έργων υποδομής, τα οποία βεβαίως και καλύπτει η διαδικασία ΒΙΜ. Ορθά, ο όρος σήμερα οφείλει να είναι πιο γενικός, συμπεριλαμβάνοντας κατασκευές και οικοδομήματα όλων των τύπων και όχι μόνο κτηριακά έργα. Αυτό ίσως που σηκώνει συζήτηση είναι ο όρος «Μοντελοποίηση» (Modelling), καθώς η αγγλική ονομασία «μεταφέρει» και τα απομεινάρια των αρχικών ημερών της γένεσης του ΒΙΜ, εξ ου και η σύγχυση που αναφέραμε παραπάνω. Η κατασκευή ενός μοντέλου-προσομοιώματος είναι, πλέον, μια εκ των πολλών λειτουργιών τις οποίες ευελπιστεί να καλύψει το ΒΙΜ, και όχι αυτοσκοπός.

Παρόλα ταύτα, λόγω της ανάπτυξης του συστήματος στο εξωτερικό, αλλά και λόγω της προσωπικής μου εμπειρίας από τον Αγγλόφωνο κόσμο, στο παρόν άρθρο θα αποφύγω μεταφραστικές απόπειρες και θα χρησιμοποιήσω τους Αγγλικούς όρους, οι οποίοι είναι και διεθνώς αναγνωρίσιμοι, άρα χρήσιμο να τους γνωρίζουμε.  

Έτσι, για να επιστρέψουμε στον αντι-ορισμό του ΒΙΜ, μέρος του ΒΙΜ ενδέχεται να είναι ένα τρισδιάστατο σχεδιαστικό μοντέλο (αν και όχι πάντοτε κατ’ ανάγκην), καθώς και τα χαρακτηριστικά των συστατικών στοιχείων του έργου τα οποία προκύπτουν από τις διάφορες μελέτες (αρχιτεκτονική, στατική, γεωτεχνική, ηλεκτρομηχανολογική, κοκ). Ως «συστατικά στοιχεία», να διευκρινίσουμε, ότι εννοούμε τα άυλα -μελέτες, προϋπολογισμούς, προδιαγραφές, κλπ.- αλλά και τα υλικά. Για παράδειγμα, σε ένα κτηριακό έργο ως τέτοια νοούνται τα βασικά δομικά του στοιχεία -οπλισμένο σκυρόδεμα, χάλυβας, ξυλεία-, τα οικοδομικά στοιχεία και τελειώματα -κουφώματα, υαλοπίνακες, επικαλύψεις, διαστρώσεις- αλλά και ο ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός (Η/Μ) -κλιματισμός, αντλίες θερμότητας, ηλεκτρολογικοί πίνακες, κοκ-.

Στις περισσότερο ανεπτυγμένες χώρες το ΒΙΜ έχει ήδη διανύσει αρκετά χρονιά ζωής, σχεδόν πάνω από μια δεκαπενταετία πρακτικής εφαρμογής, έχει ξεπεράσει εν πολλοίς τις «παιδικές ασθένειές» του και, κυρίως, έχει προσφέρει ανεκτίμητα μαθήματα μέσα από αποτυχημένες απόπειρες εφαρμογής του. Έτσι, έχει επέλθει μια ωριμότητα στον κλάδο, μέσω της οποίας έγινε κατανοητό ότι για να αποτελέσει πραγματική τομή στην παραγωγή κάθε κτιστού έργου, το ΒΙΜ θα πρέπει να ορίζει δύο βασικά αντικείμενα· την ακριβή διαδικασία που θα ακολουθείται και τα εργαλεία με τα οποία θα πραγματοποιείται η ψηφιακή καταγραφή.

Γιατί ΒΙΜ;
Ποιο όμως είναι το όφελος του ΒΙΜ και γιατί να θέλει κάποιος να εισάγει έναν ακόμη βαθμό καταγραφής σε ένα έργο ή ακόμη ένα «επίπεδο γραφειοκρατίας», όπως ίσως πολλοί θα το χαρακτήριζαν; Ο στόχος του ΒΙΜ είναι ακριβώς ο αντίθετος, να εξαλείψει την άσκοπη γραφειοκρατία και να βοηθήσει τους συμμετέχοντες να καταγράψουν την πληροφορία λελογισμένα, έτσι ώστε να αποτελέσει σημείο αναφοράς σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής ενός έργου.

Το πρωταρχικό του μέλημα είναι να διασφαλίσει ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για μια ολοκληρωμένη μελέτη, αρχικά εν είδει checklist, να συστηματικοποιήσει τον συντονισμό των μελετών, έτσι ώστε να μην χρειάζεται κάθε φορά «να ανακαλύπτει τον τροχό» ο εκάστοτε μελετητής, ιδίως σε επαναληπτικές διαδικασίες κι ελέγχους, αλλά κυρίως να εξαλείψει τα κενά επικοινωνίας μεταξύ μελετητών και μελετών διαφορετικών ειδικοτήτων. Ως ολιστική προσέγγιση, ο απώτερος στόχος του ΒΙΜ είναι να αποτελεί ένα «ζωντανό» ψηφιακό ισοδύναμο του έργου που πραγματοποιείται, όχι μόνο στη φάση μελέτης και κατασκευής αλλά και στη φάση λειτουργίας του· εξ ου και βασικό συστατικό του πλήρους κύκλου ζωής του έργου.

Προς επίρρωση των παραπάνω, να διευκρινίσουμε ότι το ΒΙΜ δεν αποτρέπει ή ...καταπνίγει τη δημιουργικότητα, καθώς δεν παρεμβαίνει στην έμπνευση, τη σύλληψη ή την αισθητική προσέγγιση ενός έργου και δη κτηριακού! Το αντίθετο μάλιστα. Αν θέλαμε να περιγράψουμε επιγραμματικά τα οφέλη του ΒΙΜ, θα λέγαμε ότι βοηθά στη συγκρότηση όλων των δεδομένων και επιτρέπει να επιτυγχάνεται:

  • Μεγαλύτερη ακρίβεια στην κάλυψη των αναγκών του Κύριου του Έργου (ΚτΕ)
  • Ορθότερος σχεδιασμός και εξεύρεση βελτιστοποιημένων λύσεων
  • Καλύτερη συνεργασία μεταξύ των μελετητικών ομάδων όλων των ειδικοτήτων
  • Οργάνωση στον προσδιορισμό των προδιαγραφών και την επιλογή υλικών κι εξοπλισμού
  • Διαφάνεια στις διαδικασίες ανάθεσης κι επιλογής της ομάδας μελέτης κι εκτέλεσης του έργου
  • Ακριβέστερη κοστολόγηση του προς κατασκευή έργου, άρα οικονομία
  • Αποτέλεσμα φιλικότερο προς το περιβάλλον μέσω της καταγραφής τού αποτυπώματος άνθρακα των υλικών
  • Βελτιωμένο ενεργειακό αποτύπωμα έργου (εφόσον, βεβαίως, τηρούνται οι αντίστοιχες αρχές σχεδιασμού)
  • Αποτελεσματικότερη συνεργασία μεταξύ όλων των συμμετεχόντων και ευχερέστερη κατανόηση του αντικειμένου από τον «μη ειδικό» Κύριο του Έργου (ΚτΕ).
  • Καλύτερη διαχείριση των δεδομένων-πληροφορίας του έργου και της ροής τους
  • Δυναμική πρόβλεψη και αποτίμηση ρίσκου αποφάσεων (dynamic forecasting & risk assessment)
  • Πληρέστερη και ταχύτερη διαχείριση των αλλαγών (άρα μικρότερες επιπτώσεις σε κόστος & χρόνο)
  • Ρεαλιστικότερο χρονικό προγραμματισμό
  • Καταγραφή – σύγκριση κέντρων κόστους για λήψη αποφάσεων κατά την εξέλιξη του έργου
  • Δημιουργία οργανωμένης βάσης δεδομένων που μπορεί να χρησιμοποιηθεί συγκριτικά σε μελλοντικά έργα
  • Συγκέντρωση lessons learned σε μια βάση δεδομένων και ευχερέστερη αποτίμηση
  • Κοινός κώδικας επικοινωνίας μελέτης-κατασκευής στη Βαβέλ της παραγωγής των τεχνικών έργων
  • Αποτελεσματικότερο soft-landing
  • Συνέχεια μεταξύ κατασκευής και λειτουργίας (operation and maintenance), καθώς ο συντηρητής του έργου έχει το πλήρες ηλεκτρονικό αρχείο στη διάθεσή του

Όπως διαπιστώνουμε, σημαντικό μέρος αυτής της διαδικασίας είναι η δημιουργία ενός κοινού ψηφιακού μοντέλου στο οποίο συνεργάζονται real-time και συνεισφέρουν όλοι οι εμπλεκόμενοι μελετητές, αλλά και η συγκρότηση μιας «βάσης δεδομένων» ανά κατηγορίες εργασιών και υλικών, η οποία αντιστοιχεί αποκλειστικά σε αυτό το έργο, το λεγόμενο Common Data Environment (κοινό περιβάλλον δεδομένων). Η δημιουργία αυτής της «βάσης» με τα συστατικά στοιχεία του έργου διευκολύνει όχι μόνον τους μελετητές, ώστε να επιλέξουν τον κατάλληλο σχεδιασμό και υλικά τα οποία π.χ. μειώνουν το ενεργειακό αποτύπωμα ή είναι φιλικά προς το περιβάλλον, αλλά και την ομάδα κατασκευής, ώστε να μπορέσει να προκοστολογήσει το έργο με μεγαλύτερη ακρίβεια, και να αναδείξει ενδεχόμενες δυσκολίες στη μεθοδολογία κατασκευής, άρα βελτιστοποίηση της μελέτης. Η κατηγοριοποίηση των συστατικών στοιχείων του έργου βοηθά, όπως αντιλαμβάνεται κανείς, τον ακριβή προσδιορισμό τους, τη χαρτογράφησή τους, τον πληρέστερο καθορισμό των τεχνικών προδιαγραφών και του ακριβέστερου κόστους κάθε συστατικού στοιχείου του έργου, είτε αυτό είναι υλικό είτε διαδικασία. Δίδεται έτσι η ευχερέστερη και άμεση διερεύνηση εναλλακτικών, ήδη από τη φάση της μελέτης, εξοικονομώντας χρόνο και χρήμα για όλους. Εφαρμόζεται, θα μπορούσαμε να πούμε, μια εκλογίκευση της διαδικασίας, απαλλαγμένη από τα στεγανά που χαρακτηρίζουν την παραγωγή έργων, ανεξαρτήτως μεγέθους και είδους.

Απαιτήσεις κι επίπεδα (ΒΙM Levels)
Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε ότι το ΒΙΜ, ως διαδικασία, δεν είναι μονοσήμαντη αλλά εισάγει διαφορετικούς βαθμούς «ωριμότητας» και απαιτήσεων στο έργο στο οποίο εφαρμόζεται. Ο λόγος είναι ότι στην πράξη απαιτείται ένας βαθμός εξοικείωσης με τη διαδικασία και τα «εργαλεία» της από τους χρήστες, ο οποίος εκ των πραγμάτων απαιτεί επένδυση χρόνου και χρήματος. Για την αποφυγή ασυμβατότητας, ένα από τα βασικά εργαλεία για την εφαρμογή και τήρηση του ΒΙΜ πρωτοκόλλου είναι το πανταχού παρόν Excel, αν και ήδη παρατηρείται μια μετάβαση και σε «έξυπνες», cloud-based πλατφόρμες τύπου SaaS, οι οποίες είναι εξίσου φιλικές προς τον χρήστη, και σίγουρα προάγουν περισσότερο τη συνεργασία.

Αν και το κόστος εκπαίδευσης και εξοπλισμού μειώνεται όλο και περισσότερο, για παράδειγμα οι νέοι υπολογιστές έχουν τη δυνατότητα να «τρέχουν» ευκολότερα το πιο απαιτητικό 3D software που απαιτείται, ο βαθμός κατανόησης και εξοικείωσης παραμένει ένα θέμα, κάτι που είναι ιδιαίτερα εμφανές στην Ελλάδα στην οποία δεν υπάρχει η σχετική τεχνογνωσία, αλλά ούτε και οι φορείς εκείνοι οι οποίοι θα αναλάβουν θεσμικά το έργο της κατάρτισης των επαγγελματιών του κλάδου. Το Τεχνικό Επιμελητήριο και οι Επιστημονικές Επιτροπές είναι σκιά του παλιού τους εαυτού, το ΙΕΚΕΜ/ΤΕΕ έχει εξαϋλωθεί, ενώ είναι γνωστό το «σκοιλ ελικικου» και οι όροι με τους οποίους ιδιωτικά εκπαιδευτήρια ανέλαβαν την κατάρτιση των μηχανικών μόλις πριν από μερικούς μήνες. Στο θέμα της εκπαίδευσης θα επανέλθουμε, όμως, σε επόμενο άρθρο.

Επιστρέφοντας στο επίπεδο ωριμότητας και χαρακτηριστικών του ΒΙΜ, αξίζει να αναφέρουμε ότι ξεκινάει από το λεγόμενο Level 0 και εκτείνεται έως το Level 3. Τα Levels 0 και 1 είναι λίγο πολύ η κατάσταση η οποία επικρατεί στον χώρο σήμερα. Δηλαδή, σχεδιαστικά και υπολογιστικά προγράμματα που χρησιμοποιούνται από μεμονωμένους χρήστες χωρίς να «μιλούν» μεταξύ τους, καθώς και ανεξάρτητα υπολογιστικά φύλλα κόστους έργων (για σύνταξη Bill Of Quantities (BOQ) & Budgeting), τα οποία σε καμία περίπτωση δεν «επικοινωνούν» με το απλό σχεδιαστικό μοντέλο. Ο λόγος που τα δύο αυτά επίπεδα καθορίζονται στο πλάνο εφαρμογής του ΒΙΜ, είναι μάλλον για να ...τονώσουν την αυτοπεποίθηση των επαγγελματιών του κλάδου, καθώς δεν νοείται μηχανικός, ανεξαρτήτως ειδικότητας, ο οποίος να μην χρησιμοποιεί τουλάχιστον ένα βασικό 2D σχεδιαστικό software κι ένα Excel.

Το Level 2 είναι εκείνο το επίπεδο από το οποίο ουσιαστικά ξεκινάει η χρήση του ΒΙΜ και απαιτεί χρήση 3D μοντέλων από τους μελετητές, βασικών στοιχείων χρονικού προγραμματισμού και της ακολουθίας της κατασκευαστικής μεθόδου του έργου (BIM 4D), έως και βασικών πληροφοριών κοστολόγησης (BIM 5D). Εκεί που τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται ενδιαφέροντα, όμως, είναι το BIM Level 3, όπου μπαίνουμε πλέον σε μια λογική «ισοδύναμης» καταγραφής του έργου· το ψηφιακό μοντέλο αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα, με πραγματικούς χρόνους, προϋπολογισμούς και αλλαγές (change  management), στοιχεία και κόστη λειτουργίας του έργου (BIM 6D), ή ακόμα και συντήρησής του (BIM 7D).

O0jFLixeYa.jpg

Μοντέλο ωριμότητας ΒΙΜ (ΗΒ), των Mark Bew and Mervyn Richards [τελευταία επίσκεψη 21.05.2021]

 

Για να μην απογοητευόμαστε, αξίζει να αναφερθεί ότι στις προηγμένες χώρες όπου το ΒΙΜ χρησιμοποιείται εδώ και μια δεκαπενταετία, ο βαθμός ωριμότητας που απαιτείται θεσμικά στα δημόσια έργα είναι κυρίως Level 2. Αυτό υποδεικνύει και τον χρόνο που απαιτήθηκε μέχρι σήμερα ώστε το ΒΙΜ να αναπτυχθεί επαρκώς, να αντιμετωπίσει τις παιδικές ασθένειες, να εξοικειωθεί ο τεχνικός κόσμος με τη διαδικασία και να καταστεί τελικά απαίτηση στα δημόσια έργα. Αυτό αποτελεί κι ένα πλεονέκτημα για την Ελλάδα η οποία, αν και ακόμα αντιμετωπίζει «αμήχανα» το ΒΙΜ, έχει την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει τα μαθήματα και συμπεράσματα άλλων χωρών και να ακολουθήσει την πεπατημένη, υιοθετώντας τις πολιτικές ώριμων κρατών. Μπορεί, λοιπόν, η Ελλάδα να εισαχθεί σε αυτή τη διαδικασία σήμερα, τη στιγμή που το ΒΙΜ περνάει παγκοσμίως σε μια νέα ώριμη φάση εφαρμογής και να καρπωθεί τα οφέλη με πολύ μικρότερο κόστος.

Ας δούμε όμως τι συμβαίνει στις χώρες οι οποίες ηγούνται στην εφαρμογή του ΒΙΜ, εστιάζοντας στα παραδείγματα της Μεγάλης Βρετανίας και της Σιγκαπούρης, απ’ όπου και η προσωπική μου εμπειρία.

Η εξέλιξη του ΒΙΜ
Για να κατανοήσουμε καλύτερα την εξέλιξη του ΒΙΜ, θα πραγματοποιήσουμε μια σύντομη αναφορά στην ιστορία του, τα στάδια εφαρμογής του στη διαδικασία σχεδιασμού και παραγωγής έργων και, τέλος, τις εξαγγελίες υποχρεωτικής εφαρμογής τους στα δημόσια έργα στις δύο αυτές χώρες (BIM Mandate). Ειδικότερα για τη Μ. Βρετανία, θα δούμε ποια είναι η κατάσταση σήμερα στο θέμα της υποστήριξης, ενημέρωσης και προώθησης του ΒΙΜ οικοσυστήματος αλλά και ποιες άλλες ερευνητικές δράσεις και ενέργειες πλαισιώνουν τη μετάβαση της βρετανικής κατασκευαστικής βιομηχανίας στην ψηφιακή εποχή. Ως εκ τούτου, θα αντιληφθούμε τους λόγους για τους οποίους η Βρετανία είναι παγκόσμια ηγέτιδα στον χώρο και τι μπορεί να διδαχθεί η ελληνική πολιτεία από το βρετανικό παράδειγμα.

Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’60, Αμερικάνοι, κυρίως, ερευνητές είχαν αρχίσει να οραματίζονται μια ενοποιημένη πλατφόρμα συγκέντρωσης δεδομένων και σχεδίων για κτηριακά έργα. Ως το πρώτο επιτυχημένο μοντέλο θεωρείται αυτό του Charles Eastman (1940-2020), αρχιτέκτονα κι εν συνεχεία computer scientist, του οποίου η εργασία για το «Building Description System» θεωρείται ο πρόδρομος του BIM και τον καθιέρωσε ως «πατέρα του ΒΙΜ». Το παρόν άρθρο δεν σκοπεύει να κάνει πλήρη αναδρομή στην ιστορική εξέλιξη του ΒΙΜ, ένα Google Search θα οδηγήσει τυχόν ενδιαφερόμενους σε εκτενή σχετική αρθρογραφία.

Ανοίγουμε όμως εδώ μια παρένθεση διότι είναι σημαντικό να κάνουμε μια ιδιαίτερη αναφορά στον χαρισματικό αρχιτέκτονα-συνθέτη και διανοητή Τάκη Ζενέτο (1926-1977), του οποίου η εργασία περί «ηλεκτρονικής πολεοδομίας», ήδη από το 1962, αγγίζει θέματα που άπτονται της αποτελεσματικότερης συνεργασίας των επαγγελματιών του κλάδου αλλά και μεταξύ πολιτείας-αρχιτέκτονα, της χρήσης της τεχνολογίας για την εφαρμογή ολιστικών πολεοδομικών μελετών αλλά και μεμονωμένων αρχιτεκτονημάτων. Όπως κάποιος εύκολα αντιλαμβάνεται, το ΒΙΜ επιχειρεί να αντιμετωπίσει αντίστοιχα θέματα και δη αυτό της αγαστής συνεργασίας· είναι όμως σημαντικό να αναλογιστούμε ότι ο Ζενέτος τα οραματίστηκε σε μια εποχή όπου έννοιες δεδομένες σήμερα, όπως π.χ. «personal computer» ή «world wide web» ήταν ανύπαρκτες. Παράλληλα, όσα στην τρέχουσα «πανδημιακή» εποχή θεωρούμε καθημερινότητα (π.χ. τηλε-επικοινωνία, τηλε-εργασία, τηλε-εκπαίδευση, κοκ), την εποχή του Ζενέτου βρίσκονταν μόνον στους οραματισμούς του και του έργου συγγραφέων επιστημονικής φαντασίας, όπως ο Ισαάκ Ασίμοφ.

x8NIArthOQ.jpg

Τάκης Ζενέτος 1961-62: Collage του συντάκτη από το βιβλίο των Ε. Καλαφάτη-Δ.Παπαλεξόπουλου, εκδόσεις Libro³

Κλείνοντας την παρένθεση και επιστρέφοντας στο θέμα του άρθρου, ας πιάσουμε τον μίτο αρκετά μεταγενέστερα και συγκεκριμένα το 2011, όπου η Βρετανική κυβέρνηση ανακοίνωσε μέσω του Government Construction Strategy την υποχρέωση για υποχρεωτική μετάβαση σε περιβάλλον ΒΙΜ Level 2 έως το 2016, όλων των ενδιαφερόμενων να αναλάβουν δημόσια έργα (UK BIM Mandate). Αυτό ήταν και η αφορμή για ευρύτερη διάδοση του ΒΙΜ, περισσότερες ευκαιρίες συνεργασίας μεταξύ κυβέρνησης και κατασκευαστικής βιομηχανίας και, όπως αναμενόταν, ενός ευρύτερου debate σχετικά με τη μετάβαση, τη χρήση, αλλά και τα εργαλεία που απαιτούνταν για να εφαρμοστεί ο μετασχηματισμός. Όπως ήταν φυσικό, επικράτησε και κάποια σύγχυση, όλο αυτό όμως επέφερε κι έναν γόνιμο διάλογο μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων -πολιτείας-βιομηχανίας-επαγγελματικών φορέων- για την κατανόηση και συστηματοποίηση του ΒΙΜ και των διαδικασιών του. Θα ήταν τουλάχιστον ατόπημα να ισχυριστεί κάποιος ότι η πρώτη αυτή κυβερνητική εξαγγελία οδήγησε δια μαγείας στην άμεση μετάβαση κι εφαρμογή του. Έκτοτε έχουν δαπανηθεί αρκετά κιλά φυσικής και ηλεκτρονικής μελάνης στη Βρετανία, ώστε να κατανοηθεί τι δούλεψε και, κυρίως, τι δεν δούλεψε και τους λόγους που αυτό συνέβη. 

Για να δείτε τη συνέχεια  του άρθρου πατήστε ΕΔΩ

 

ΠΗΓΗ