Αριθμοί αποφάσεων: ΣτΕ Ολ 304/2021, 305/2021, 306/2021, 307/2021, 308/2021
Πρόεδρος: Α. Ράντος
Εισηγητής: Η. Μάζος, Σύμβουλος Επικρατείας
ΠΔ 99/2018 “Ρύθμιση επαγγέλματος του μηχανικού με καθορισμό των επαγγελματικών δικαιωμάτων για κάθε ειδικότητα” (Α΄ 185/5.11.2018) – αιτήσεις ακυρώσεως φυσικών προσώπων και συλλόγων: Αγρονόμων-Τοπογράφων / Αρχιτεκτόνων / Ένωσης Πτυχιούχων Περιβαλλοντολόγων Ελλάδας / διπλωματούχων Μηχανολόγων Μηχανικών /διπλωματούχων Μηχανικών Παραγωγής και Διοίκησης
Ενώπιον της Ολομελείας του Δικαστηρίου εισήχθησαν αιτήσεις για την ακύρωση του ΠΔ 99/2018 “Ρύθμιση επαγγέλματος του μηχανικού με καθορισμό των επαγγελματικών δικαιωμάτων για κάθε ειδικότητα”, καθ’ ο μέρος τούτο περιλαμβάνει διατάξεις με τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, ήτοι α) φυσικών προσώπων/αγρονόμων και τοπογράφων μηχανικών και του Πανελληνίου Συλλόγου Διπλωματούχων Αγρονόμων Τοπογράφων Μηχανικών. (ΣτΕ Ολ 306/2021), β) του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Διπλωματούχων Μηχανικών Ανωτάτων Σχολών – Πανελλήνιας Ένωσης Αρχιτεκτόνων (ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ) και φυσικού προσώπου αρχιτέκτονα διπλωματούχου μηχανικού (ΣτΕ Ολ 307/2021), γ) της Ένωσης Πτυχιούχων Περιβαλλοντολόγων Ελλάδας (ΣτΕ Ολ 308/2021), δ) του Συλλόγου Μηχανολόγων – Ηλεκτρολόγων Βορείου Ελλάδος Διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών (ΣΜΗΒΕ), του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Θεσσαλονίκης (ΣΑΘ) και φυσικών προσώπων διπλωματούχων μηχανολόγων μηχανικών και αρχιτεκτόνων μηχανικών (ΣτΕ Ολ 304/2021), και ε) φυσικών προσώπων/διπλωματούχων Μηχανικών Παραγωγής και Διοίκησης (ΣτΕ Ολ 305/2021), ορίζεται γνωστικό αντικείμενο και αναγνωρίζονται επαγγελματικά δικαιώματα σε ειδικότητες διπλωματούχων Μηχανικών, κατά παραβίαση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αιτούντων, αντιστοίχως. Το Δικαστήριο απέρριψε τις αιτήσεις ακυρώσεως.
Ειδικότερα, κατ’ αρχάς κρίθηκε ότι ο τυπικός νομοθέτης, με το άρθρο 29 του Ν 4439/2016, εξουσιοδότησε ειδικώς και ορισμένως τη Διοίκηση, αφού λάβει υπ’ όψιν τα γνωστικά αντικείμενα (τα οποία ορίζονται από τα Πολυτεχνεία, τις Πολυτεχνικές Σχολές ή τα τμήματα της ημεδαπής σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις) των δεκατριών αναγνωρισμένων ειδικοτήτων διπλωματούχου Μηχανικού, ενόψει των μη δεσμευτικών πορισμάτων δεκατριών αντιστοίχως ομάδων έργου, να εκφέρει επιστημονική και τεχνική κρίση περί της επάρκειας των γνώσεων των μηχανικών εκάστης ειδικότητας για την άσκηση συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων και, βάσει αυτής της κρίσεως, να καθορίσει, (και) για λόγους δημοσίου συμφέροντος, αντίστοιχα επαγγελματικά δικαιώματα (με εξουσία κατάργησης των προϊσχυουσών διατάξεων που ρύθμιζαν τα ίδια θέματα με διαφορετικό ή αντίθετο τρόπο, εισάγοντας νέο σύστημα γενικό, απρόσωπο, αντικειμενικό και με τήρηση της αρχής της αναλογικότητας). Η κρίση που πιστοποιεί επάρκεια γνώσεων είναι αυτοτελής. Συνεπώς, όπως συνακόλουθα κρίθηκε, η Διοίκηση δεν όφειλε να εξετάσει διατάξεις που καθορίζουν ανάλογα επαγγελματικά δικαιώματα για κατόχους άλλων τίτλων σπουδών ή να συγκρίνει τα γνωστικά αντικείμενά τους με εκείνα των ειδικοτήτων του διπλωματούχου Μηχανικού. Εξάλλου, κατά το Σύνταγμα επιβάλλεται κατ’ αρχήν η απόδοση κοινών επαγγελματικών δικαιωμάτων σε όλους τους κατόχους τίτλων σπουδών που διαθέτουν επάρκεια γνώσεων για την άσκηση των σχετικών δραστηριοτήτων.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο έκανε δεκτό ότι η κρίση της Διοικήσεως περί της επάρκειας των γνώσεων των ειδικοτήτων διπλωματούχου Μηχανικού για την άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων, ως επιστημονική και τεχνική, είναι ανέλεγκτη από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο, βασιζόμενο στη λογική και στα διδάγματα της κοινής πείρας δύναται να εξετάσει μόνον αν τα γνωστικά αντικείμενα των δεκατριών ειδικοτήτων είναι εκδήλως αναντίστοιχα με καθοριζόμενα επαγγελματικά δικαιώματα και, αν αποφανθεί καταφατικώς, να ακυρώσει τις σχετικές διατάξεις δεχόμενο λόγο ακυρώσεως περί υπερβάσεως της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως. Εξάλλου, τα επαγγελματικά δικαιώματα των ειδικοτήτων διπλωματούχου Μηχανικού («αντιστοίχιση των ειδικοτήτων με πρόσβαση σε δραστηριότητες της Μηχανικής» κατά το άρθρο 29 του ν. 4439/2016) είναι αποκλειστικά, υπό την έννοια ότι κάθε ειδικότητα περιορίζεται στις δραστηριότητες που αντιστοιχούν στο γνωστικό αντικείμενό της, χωρίς να αποκλείεται, όμως, κατά την έννοια του νόμου, να αντιστοιχούν ορισμένες δραστηριότητες της Μηχανικής στα γνωστικά αντικείμενα πλειόνων ειδικοτήτων. Πάντως, επί αιτίασης μη καθορισμού συγκεκριμένου επαγγελματικού δικαιώματος υπέρ συγκεκριμένης ειδικότητας διπλωματούχου Μηχανικού, το Δικαστήριο δεν δύναται, κατ’ αρχήν, να υπερβεί τα όρια του ακυρωτικού ελέγχου και να αποφανθεί με κρίση επιστημονική και τεχνική περί της επάρκειας των γνώσεων ειδικότητας διπλωματούχου Μηχανικού για την άσκηση δραστηριοτήτων της Μηχανικής που συναρτώνται με επαγγελματικά δικαιώματα.
Εν προκειμένω, όπως κρίθηκε, δεν συντρέχει έκδηλη αναντιστοιχία των γνωστικών αντικειμένων με τα επαγγελματικά δικαιώματα που αμφισβήτησαν οι αιτούντες. Ούτε έχει χωρήσει παράλειψη αναγνώρισης επαγγελματικού δικαιώματος δυνάμενη να ακυρωθεί από το Δικαστήριο, λαμβανομένου υπόψη ότι με τις κρίσιμες ρυθμίσεις εισάγεται νέο σύστημα με γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό χαρακτήρα, που δεν αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας.
Κρίθηκε, επιπλέον, ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2005/36/ΕΚ δεν καταλαμβάνει ούτε τις διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 4439/2016, ούτε τις διατάξεις του προσβληθέντος προεδρικού διατάγματος, δοθέντος ότι η οδηγία αυτή δεν περιορίζει την εξουσία των κρατών μελών να καθορίζουν τα επαγγελματικά προσόντα για την άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος στην επικράτειά τους, ούτε εφαρμόζεται σε καταστάσεις που δεν εμφανίζουν κανένα συνδετικό στοιχείο με οποιαδήποτε από τις καταστάσεις που ρυθμίζονται από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των οποίων όλα τα στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός μόνο κράτους μέλους. Εξάλλου, η ελληνική έννομη τάξη δεν έχει προσαρμοσθεί στην Οδηγία 2018/958/ΕΕ, της οποίας οι διατάξεις δεν έχουν παραγάγει άμεσο έννομο αποτέλεσμα (λόγω του ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν είχε λήξει η προθεσμία προσαρμογής).
Επίσης, το Δικαστήριο απέρριψε τους προβληθέντες σε σχέση με την τήρηση της κρίσιμης διαδικασίας έκδοσης του προσβληθέντος προεδρικού διατάγματος λόγους ακυρώσεως.
Τέλος, το Δικαστήριο (ΣτΕ Ολ 307/2021) απέρριψε λόγο ακυρώσεως κατά της θεσπιζόμενης με το επίδικο διάταγμα διαδικασίας υποβολής ενστάσεων κατά των βλαπτικών αποφάσεων του ΤΕΕ σχετικά με την απονομή άδειας άσκησης επαγγέλματος. Έκρινε, συναφώς, το Δικαστήριο ότι η ανωτέρω διαδικασία υποβολής ενστάσεως κείται εντός της κρίσιμης νομοθετικής εξουσιοδότησης και δεν αντίκειται στο Σύνταγμα (άρθρα 5 παρ. 1 και 12 παρ. 1 του Σ).