Το κτήριο βρίσκεται σε ένα ορεινό τοπίο, στα βουνά Laurentians κοντά στο Montréal. Σε απόλυτη αρμονία με το φυσικό τοπίο, το κτήριο συνδυάζει την σύγχρονη με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική.

 

 

 

 

 

 

 

 

Απλότητα, σαφήνεια, καθαρότητα και αρμονία με το περιβάλλον είναι οι βασικές αρχές που χαρακτηρίζουν το σχεδιασμό του κτηρίου.



Το κτήριο περιλαμβάνει ιδιωτική κατοικία και ξενώνα. Η κατοικία αποτελείται από τρεις όγκους οι οποίοι καλύπτουν ο ένας τον άλλο ως προς τον άξονα ανατολή-δύση. Οι τρεις όγκοι συμβολίζουν τις τρεις βασικές λειτουργίες (φαγητό, ύπνος, ζωή). Μια εσωτερική σκάλα τέμνει και τους τρεις όγκους, οι οποίοι ευθυγραμμίζονται στο επίπεδο της πισίνας. Ένα υπαίθριο καθιστικό με διαφανή κάλυψη, χαρακτηριστικό της περιοχής, προεκτείνεται προς το δάσος στο σημείο όπου οι κύριοι όγκοι αλληλοεπικαλύπτονται, δίνοντας έτσι έμφαση στη γεωμετρία ολίσθησης του κτηρίου. Η κατοικία είναι τοποθετημένη σε μια φυσική «αγκαλιά» στο τοπίο, δημιουργώντας ένα οικείο εξωτερικό χώρο. Τοποθετημένο στο δάσος, σε μια ανοιχτή τοποθεσία, το κτήριο αποκτά πρακτικά πλεονεκτήματα από την άποψη της θέας, του ήλιου και του φυσικού αερισμού.


 

Ο ξενώνας τοποθετήθηκε στο ίδιο οριζόντιο επίπεδο με το επίπεδο εισόδου στην κύρια κατοικία. Είναι σαν πρίσμα που γλιστρά δυτικά και αποσυνδέεται από τον κύριο όγκο. Η διάβρωση, μια συνήθης διαδικασία στις ορεινές περιοχές, φαίνεται να αναγκάζει τους όγκους του κτηρίου να ολισθαίνουν πλευρικά, ανεξάρτητα μεταξύ τους, αλλά διαμορφώνοντας στο σύνολό τους μια πρακτική και αρμονική σύνθεση.

Οι SAUCIER + PERROTTE ARCHITECTS είναι σαφώς επηρεασμένοι από τα τοπικά στοιχεία. Η τοπογραφία, οι σχηματισμοί των βράχων, τα δέντρα και το έδαφος επηρεάζουν τον σχεδιασμό τους. Οι επιφάνειες του κτηρίου αντανακλούν την ιδιομορφία της δασώδους περιοχής, την κατακόρυφη διεύθυνση των δέντρων και τις αποχρώσεις του γκρι, του καφέ, και φυσικά του πράσινου. Η βόρεια πρόσοψη διαμορφώθηκε από ακανόνιστα τοποθετημένες και τραχιά κομμένες ξύλινες λωρίδες, αντανακλώντας έτσι το πυκνό τοπίο.


Η πρωτότυπη αυτή όψη με την τοποθέτηση των ξύλινων λωρίδων επιτρέπει ποικίλα, μερικώς-κρυμμένα, ανοίγματα παραθύρων. Η νότια πρόσοψη, η οποία δέχεται τον  ήλιο σε διαφορετικό βαθμό, είναι απολύτως ανοικτή προς το δάσος. Οι πλευρικές ξύλινες λωρίδες σε αυτή την όψη του κτηρίου διαμορφώνουν μια συνεχή ζώνη τοίχου, σοφίτας και στέγης. Η ειλικρίνεια των υλικών, η υφή τους,  το χρώμα τους, η διατήρηση της τραχύτητας τους ενσωματώνουν την κατοικία στο φυσικό τοπίο. Παρά τη συνολική καθαρή γεωμετρική μορφή, η φυσικότητα των υλικών καθιστά την κατοικία στοιχείο της φύσης.


Στο εσωτερικό, οι δευτερεύοντες όγκοι, το διαφανές ή αδιαφανές λευκό, ενισχύουν την ογκομετρική σαφήνεια του κτηρίου. Οι εσωτερικοί χώροι βρίσκονται κάπου μεταξύ της ροής και των αλληλοεπικαλύψεων, προσφέροντας στους ενοίκους χώρους πολλαπλών χρήσεων και ερμηνειών. «Η πλευρική μετακίνηση των επιμέρους όγκων του κτηρίου ενεργοποιείται από την κυκλοφορία των ατόμων στο χώρο: είτε πλησιάζοντας με το αυτοκίνητο, είτε κατεβαίνοντας τη σκάλα, είτε ανοίγοντας τις μεγάλες συρόμενες πόρτες, είτε κολυμπώντας στην πισίνα.», επισημαίνουν οι αρχιτέκτονες.




English version
πηγή