Μεταξύ θάλασσας και ξηράς, το κέντρο συνεδριάσεων και χώρος εκδηλώσεων Harpa στο Ρέικιαβικ της Ισλανδίας είναι ένα μεγάλου μεγέθους γλυπτό, που αντικατοπτρίζει τον ουρανό, τη θάλασσα  και τη ζωντάνια της πόλης.

Οι χαρακτηριστικές όψεις του οφείλονται στη στενή συνεργασία μεταξύ του αρχιτεκτονικού γραφείου Henning Larsen, του Ισλανδού καλλιτέχνη Olafur Eliasson και των μηχανικών της εταιρείας Ramboll and ArtEngineering GmbH από τη Γερμανία, που ασχολήθηκαν με το σχεδιασμό και τον υπολογισμό της φέρουσας ικανότητας των πρότυπων χωρικών στοιχείων της όψης του κτιρίου. Στο έργο συμμετείχε και το τοπικό αρχιτεκτονικό γραφείο Batterίio˘ŏ Architects.

Το συνεδριακό κέντρο συνολικού εμβαδού 28.000 m2, βρίσκεται σε μία σχετικά απομονωμένη περιοχή στο λιμάνι με απρόσκοπτη θέα στη θάλασσα και τα βουνά, που περιβάλλουν το Ρέικιαβικ. Το κτίριο περιέχει ένα χώρο άφιξης και υποδοχής στην μπροστινή όψη, τέσσερις αίθουσες στο μέσο και ένα χώρο με βοηθητικές αίθουσες, γραφεία λειτουργίας και διοίκησης, χώρο για πρόβες και αποδυτήρια στο πίσω τμήμα του. Στον πυρήνα της κατασκευής, το κεντρικό συνεδριακό κέντρο, το οποίο είναι και το μεγαλύτερο, αποκαλύπτει το έντονα κόκκινο εσωτερικό του σαν ένα θερμό κέντρο δύναμης και ενέργειας. Στον τέταρτο όροφο βρίσκεται ένας πολυχρηστικός χώρος για πιο ιδιωτικές εκδηλώσεις, καθώς και μία αίθουσα συνεστιάσεων.

Ο σχεδιασμός των όψεων του κτιρίου είναι εμπνευσμένος από τη φύση. Πιο συγκεκριμένα, οι χαρακτηριστικής μορφής διαμορφώσεις από βασάλτη του ισλανδικού τοπίου αποτέλεσαν ουσιαστικά την έμπνευση για τη γεωμετρική διαμόρφωση των όψεων. Η ανάγκη να ανταποκρίνεται το κτίριο στο χρώμα και στο φως της περιοχής οδήγησε τους σχεδιαστές να δημιουργήσουν μία όψη, η οποία αλλάζει ανάλογα με τη γωνία θέασης. Μέσω αυτού του διαρκώς μεταβαλλόμενου σκηνικού, το κτίριο δείχνει να περιέχει μία ατελείωτη κλίμακα από χρώματα και αποχρώσεις.

Τεχνικά χαρακτηριστικά κατασκευής της όψης
Η διαμόρφωση των όψεων βασίζεται σε τρεις διαφορετικές κατασκευαστικές πρακτικές, που αναπτύχθηκαν ειδικά γι' αυτό το έργο. Η βασική ιδέα στηρίζεται στη σύνθεση μικρών προτυποποιημένων, πολυεδρικών, χωρικών μονάδων με δώδεκα πλευρές σε διάφορα σχήματα και διατάξεις. Άλλο τμήμα της όψης κατασκευάζεται με τη σύνθεση επιφανειών διαφόρων σχημάτων και μεγεθών, τα οποία τοποθετούνται το ένα δίπλα στο άλλο, διαμορφώνοντας μία καμπυλωτή επιφάνεια, ενώ η πιο απλή κατασκευή δημιουργείται από μία εντελώς επίπεδη όψη με υαλοπίνακες, επίσης σε διάφορα σχήματα και μεγέθη.

Ο σχεδιασμός αυτών των πολυεδρικών επιφανειών πραγματοποιήθηκε ειδικά γι' αυτό το έργο και για τη μόρφωσή τους χρειάστηκε ανάλυση πεπερασμένων στοιχείων, ενώ χρησιμοποιήθηκαν συγχρόνως διάφορες τεχνικές οπτικοποίησης, κατασκευάστηκαν πολλές μακέτες, πρότυπα και έγιναν πολλές εξομοιώσεις. Τα βασικά ζητούμενα γι' αυτή την κατασκευή, αποτελούσαν η υψηλή μηχανική αντοχή, η επίτευξη της μέγιστης διαφάνειας, η παραγωγή ενός άριστου αισθητικού αποτελέσματος, η δυνατότητα προκατασκευής τυπικών στοιχείων, ενώ έπρεπε να εκτιμηθούν κατάλληλα και η υψηλή ανεμοπίεση, η διαμόρφωση μεγάλων ανοιγμάτων και οι ειδικές κατασκευαστικές λεπτομέρειες.

Η νότια όψη του κτιρίου κατασκευάζεται εξ ολοκλήρου από 1000 περίπου χωρικά, πολυεδρικά στοιχεία, έχει συνολική επιφάνεια 2100 m² και τα ανοίγματα των κύριων φορέων φτάνουν τα 30 m. Υαλοπίνακες τοποθετούνται σε όλες τις πλευρές. Οι κόμβοι αυτού του χωρικού στοιχείου κατασκευάζονται από ειδικά εξαρτήματα από χυτό ατσάλι, ενώ για τα γραμμικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν συγκολλητές κοιλοδοκοί πάχους 10 mm από χάλυβα S355, λόγω των ιδιαίτερα μεγάλων απαιτήσεων σε μηχανική αντοχή. Συνολικά χρησιμοποιήθηκαν 11 διαφορετικές διατομές και ιδιαίτερα μελετήθηκε το γεγονός της απομείωσης της αντοχής αυτών των διατομών στις περιοχές σύνδεσης λόγω της ύπαρξης οπών για τους κοχλίες αλλά και της πραγματοποίησης συγκολλήσεων. Κάθε χωρικό στοιχείο έφερε το βάρος των υαλοπινάκων, την ανεμοπίεση και τις δυνάμεις συγκράτησης στο φέροντα οργανισμό του κτιρίου. Το ανατολικό τμήμα της νότιας όψης, το οποίο είχε ύψος 30 m., καλύφθηκε καθ’ ύψος με 15 στοιχεία ύψους περίπου 2 m το καθένα. Η σύνδεση αυτών των στοιχείων έγινε με κοχλίες Μ27 ποιότητας 8.8 με συνολικά 28 σημεία σύνδεσης για κάθε χωρικό στοιχείο. Για τη στήριξη κάθε σειράς χωρικών στοιχείων χρησιμοποιήθηκαν ελαστικές, αρθρωτές στηρίξεις· άρα το στατικό σύστημα, που χρησιμοποιήθηκε για την ανάλυση ήταν αυτό της αμφιέρειστης δοκού με ελαστικά στηρίγματα. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης με πεπερασμένα στοιχεία ελέγχθηκαν επίσης και με πειραματικές δοκιμές σε δοκίμιο με αναλογίες 1:1 με το πραγματικό. Τελικά, ό άριστος συνδυασμός τέχνης και επιστήμης είχε ένα μοναδικό αποτέλεσμα υψηλής αισθητικής, τεχνικής αρτιότητας και ασφάλειας.  

 

πηγή