Εξίµισι χρόνια χρειάζονται για να ολοκληρωθεί ένα γενικό πολεοδοµικό σχέδιο, το οποίο στο τέλος καταλήγει να είναι ανεπίκαιρο καθώς και αφιλόξενο για επενδύσεις.

Πρόκειται για ένα από τα συµπεράσµατα που αναδεικνύονται από µελέτη του Συνδέσµου Επιχειρήσεων Βιοµηχανιών για το «Εθνικό Σύστηµα Χωρικού Σχεδιασµού», η οποία θα παρουσιαστεί την ερχόµενη Πέµπτη.

Η µελέτη που εκπονήθηκε από το Παρατηρητήριο Επιχειρηµατικού Περιβάλλοντος του ΣΕΒ είναι αποκαλυπτική ως προς το µέγεθος της γραφειοκρατίας αλλά και την προχειρότητα µε την οποία γίνονται τα σχέδια πόλεων, µε αποτέλεσµα αυτά να καταλήγουν ως «απλά σχέδια επί χάρτου».

Σύµφωνα µε την έρευνα «το µέσο χρονικό διάστηµα που απαιτείται για την ολοκλήρωση και θεσµοθέτηση ενός Γενικού Πολεοδοµικού Σχεδίου ή ενός Σχεδίου Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοιχτής Πόλης (ΓΠΣ/ΣΧΟΟΑΠ) (συµπεριλαµβανοµένης και της διαγωνιστικής διαδικασίας) είναι περίπου 78 µήνες, δηλαδή εξίµισι χρόνια. Εάν εξαιρεθεί η διαγωνιστική διαδικασία, το απαιτούµενο χρονικό διάστηµα είναι 64 µήνες, ήτοι σχεδόν πεντέµισι χρόνια».

Πέρα από τις καθυστερήσεις αυτές, η θεσµοθέτηση ενός «ΓΠΣ/ΣΧΟΟΑΠ», σύµφωνα µε το Παρατηρητήριο Επιχειρηµατικού Περιβάλλοντος, «δεν εξαλείφει την πιθανή ανασφάλεια δικαίου µιας νέας επένδυσης, καθώς θα πρέπει να ακολουθήσει η πολεοδοµική µελέτη και να υλοποιηθούν οι προβλεπόµενες υποδοµές. Η εµπειρία δείχνει», συνεχίζουν οι συντάκτες της µελέτης, «ότι υπάρχει εξαιρετικά µεγάλη απόσταση µεταξύ θεσµοθέτησης του σχεδιασµού και εφαρµογής του σχεδιασµού. Ουσιαστικά παράγονται σχέδια επί χάρτου, αφού τα χρόνια που µεσολαβούν µεταξύ σχεδιασµού και εφαρµογής, καθιστούν τον σχεδιασµό τουλάχιστον ανεπίκαιρο».

Έτσι όταν ένα σχέδιο πόλης κάνει εξίµισι χρόνια να εκπονηθεί και να υλοποιηθεί, σε συνδυασµό µε το «µπαλάκι» των αρµοδιοτήτων (π.χ. το αποχετευτικό δεν είναι αρµοδιότητα του δήµου αλλά της κεντρικής κυβέρνησης), µία µεγάλη ή και µικρή επένδυση συναντά δυσκολίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλές επιχειρήσεις αναγκάζονται να χρηµατοδοτούν από µόνες τους έργα υποδοµής, προκειµένου να κάνουν τις επενδύσεις τους ή απλά να τις µαταιώνουν. Επίσης άλλες ανάγκες καλύπτει ένα σχέδιο πόλης πριν από εξίµισι χρόνια και διαφορετικές είναι οι σηµερινές.

Από την έρευνα προκύπτει πως το σύστηµα χωρικού σχεδιασµού προκαλεί τέσσερα µεγάλα προβλήµατα για την επιχειρηµατική δραστηριότητα. Το κυριότερο βέβαια είναι και το αρνητικό κλίµα. Αυτά τα «αγκάθια» είναι:

1 Οι συγκρούσεις χρήσεων γης (εκτός σχεδίου δόµηση)

2 Η έλλειψη ρυθµίσεων ή ύπαρξης υπερ-ρύθµισης

3 Τα ασαφή όρια αρµοδιοτήτων

4 Οι αναποτελεσµατικές διαδικασίες

Αποτέλεσµα είναι ο χωρικός σχεδιασµός να καθίσταται ανεπίκαιρος και να µην απαντά στις ανάγκες της κοινωνίας, της οικονοµίας και του περιβάλλοντος. Η αβεβαιότητα για τη δυνατότητα αδειοδότησης οποιασδήποτε επιχειρηµατικής δραστηριότητας, που απαιτεί πολεοδοµική αδειοδότηση, ξεκινά πολύ νωρίς και σχετίζεται µε:

Τους περιβαλλοντικούς κανονισµούς (η προέγκριση χωροθέτησης αποτελεί µέρος της περιβαλλοντικής αδειοδότησης).
Την ερµηνεία και εφαρµογή του θεσµικού πλαισίου (τα χωρικά σχέδια θεσµοθετούνται - αποτελούν το πλαίσιο ρύθµισης του χώρου) και
Το ποιες περιοχές θα πρέπει να προστατεύονται ως βιότοποι, αρχαιολογικοί χώροι, κ.ά. (οι οροθετήσεις αυτές ως ρυθµίσεις του χώρου αποτελούν µέρος του σχεδιασµού).
Ο αντιπρόεδρος του ΣΕΒ Σάκης Καλλιτσάντσης, που επιµελήθηκε την έρευνα, µε δήλωσή του στην «Η» σχολιάζει: «Η ανασφάλεια που συνοδεύει την αδειοδότηση κάθε επένδυσης αφορά τρία διακριτά αλλά αλληλένδετα πεδία: το εάν και κατά πόσο είναι εφικτή αυτή καθ' αυτή η αδειοδότηση, το ποιοι είναι οι πιθανοί νοµικοί κίνδυνοι και τι πιθανότητα εµφάνισης έχουν µετά την αδειοδότηση της επένδυσης και πόσος είναι ο χρόνος που θα απαιτηθεί (και το αντίστοιχο κόστος) µέχρι να ολοκληρωθεί η αδειοδότηση.

Πολλές επενδύσεις έχουν ακυρωθεί στη χώρα µας λόγω αυτών των προβληµάτων, τα οποία είναι πλέον γνωστά και εκτός συνόρων και αποτελούν πολύ σοβαρό αποτρεπτικό παράγοντα για νέες επενδύσεις».
πηγή