Η τεχνολογία της μετατροπής υδρογονανθράκων σε συνθετικό αέριο και μετά σε υγρό, η οποία συχνά αναφέρεται ως υγρό-από-αέριο, υγρό-από γαιάνθρακα, ή γενικώς οτιδήποτε σε υγρό, δεν είναι καινούργια. Έχει τις ρίζες της στη Γερμανία ανάμεσα στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους (μέθοδος Fischer-Tropsch) και επεκτάθηκε στη Νότια Αφρική κατά τη διάρκεια της εποχής του απαρτχάιντ.

Η νέα γενιά αεριοποιητή είναι μία από τις «τεχνολογίες του μέλλοντος της ενέργειας», λένε οι ειδικοί του χώρου των υδρογονανθράκων: «Η ικανότητα να μετατρέπουν στερεούς υδρογονάνθρακες, όπως ο γαιάνθρακας, το πετρελαϊκό κοκ, ακόμη και η βιομάζα σε συνθετικό αέριο, προσφέρει μια σειρά από επιλογές, όπως άμεση χρήση στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, ενός πιο ευέλικτου καυσίμου».

Στο ξεκίνημα του 21ου αιώνα η Μπόινγκ έβαλε μπροστά μία αποστολή «να επεκτείνει τη χρήση των προηγμένων τεχνολογιών αεροδιαστημικής στη βιομηχανία ενέργειας».

Το αποτέλεσμα ήταν «ένας συμπαγής, χαμηλού κόστους αεριοποιητής, όχι μόνο για γαιάνθρακα, αλλά και για οπτάνθρακα -προϊόν απόσταξης- και για βιομάζα ως καύσιμο. (Ο οπτάνθρακας είναι στερεός και πλησιάζει στον καθαρό άνθρακα. Χρησιμοποιείται για γραφίτη και για την παραγωγή κραμάτων χάλυβα-άνθρακα, καθώς και ως πρόσθετο σε καουτσούκ και πλαστικό. Και φυσικά για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.)

»Επιστρέφοντας στο θέμα του νέου αεριοποιητή, να σημειωθεί ότι μπορεί να οδηγήσει σε ευρείας κλίμακας υιοθεσία μιας ήδη εξοικειωμένης τεχνολογίας.

»Η πιθανή σημασία της χρήσης μιας αποδοτικής συμπαγούς κατασκευής, για να μετατρέπονται κάθε είδους πρώτες ύλες σε συνθετικό αέριο και από εκεί σε υγρά καύσιμα ή σε πρώτη ύλη για άλλες βιομηχανίες, δεν πρέπει να υποτιμάται».

Η νέα αυτή εξέλιξη, που έχει μπουσουλήσει τεχνολογικά εδώ και κάποια χρόνια, έχει σημαντικά οικονομικά πλεονεκτήματα από τις άλλες συγγενικές από τις οποίες πήρε τη σκυτάλη: όταν εφαρμόζεται σε σταθμούς παραγωγής ενέργειας εμπορικού μεγέθους, ανέρχονται σε τουλάχιστον ένα δισεκατομμύριο δολάρια, εκτιμά ανεξάρτητη εταιρεία μηχανικής.

Πριν από τέσσερα χρόνια η Μπόινγκ «ολοκλήρωσε με επιτυχία πιλοτικής κλίμακας δοκιμή ενός συστήματος τροφοδοσίας 400 τόνων την ημέρα, το οποίο υποστηρίζει το σχεδιασμό ενός ισοδύναμου σε γαιάνθρακα, εμπορικής κλίμακας σταθμού ενέργειας των 3.000 τόνων την ημέρα, με καθαρά πλεονεκτήματα από οποιεσδήποτε άλλες τεχνολογίες αεριοποίησης».

Η ικανότητα της νέας γενιάς αεριοποιητών «να μετατρέπουν στερεούς υδρογονάνθρακες σε συνθετικό αέριο» έχει εφαρμογή στα αυτοκίνητα κυψέλης καυσίμων και επίσης στην «παραγωγή μιας σειράς από υγρά προϊόντα από αλκοόλες (κυρίως μεθανόλη) σε αεροπορικά καύσιμα και πολύ καθαρό ντίζελ».

Η τεχνολογική εξέλιξη έχει σημαδέψει τον προηγούμενο αιώνα και συνεχίζει με μεγάλη ταχύτητα να μαρκάρει τον 21ο.

Οι θιασώτες της σημασίας των υδρογονανθράκων στη ζωή μας υποστηρίζουν ότι σπουδαία πράγματα έγιναν από τις εξελίξεις στην «τεχνολογία κοιτασμάτων πετρελαίου» που θα συνεχίσουν να είναι άφθονα και «η μεγαλύτερη πηγή ενέργειας για την ανθρωπότητα».

Προσθέτουν ωστόσο ότι η αλλαγή στην ενέργεια θα γίνει: Σε λίγα χρόνια, σε κάποιες περιοχές του κόσμου, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα θα μεταφέρουν τους επιβάτες στους δρόμους. Και σε άλλες, τα οχήματα που τροφοδοτούνται με μίγματα από βιοντίζελ, φυσικό αέριο, από υγρό, από αέριο ή από αιθανόλη ή και απλώς συνηθισμένη βενζίνη θα συνυπάρχουν μαζί τα επόμενα χρόνια. Μερικές χώρες θα εκμεταλλευτούν τα ηλεκτρικά δίκτυα υψηλής τάσεως συνεχούς ρεύματος για να εξαχθεί η πλεονάζουσα ενέργεια σε άλλα κράτη, ενώ κάπου αλλού κάτοικοι αγροτικών χωρών θα βασίζονται ακόμη στον υδροτροχό ή σε μια παλιά γεννήτρια ντίζελ για την παροχή βασικών υπηρεσιών, στις οποίες μπορεί να έχουν μόλις αποκτήσει πρόσβαση.

Αυτή όμως είναι και η ομορφιά της ζωής, αν το δούμε ρομαντικά, ακόμα και όταν πρόκειται για αντιθέσεις, σε μια διαδικασία μετάβασης της χρήσης ενέργειας. Τα πράγματα όμως είναι θλιβερά υπό το πρίσμα της αμείλικτης πραγματικότητας, στην οποία η πρόσβαση στο αγαθό της ηλεκτρικής ενέργειας είναι αδύνατη για δισεκατομμύρια ανθρώπους.
πηγή